Τροφική Αλλεργία
Μια κλασική τροφική αλλεργία είναι αποτέλεσμα ανοσοαπόκρισης σε μια πρωτεΐνη τροφής που πυροδοτείτε από την ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE). Τα συμπτώματα που δημιουργούνται ποικίλουν σε σοβαρότητα και μπορεί να είναι ήπια, όπως ναυτία, έμετο, κνησμό, υπόταση, διάρροιαμ έως πολύ σοβαρά και απειλιτικα για τη ζωή συμπεριλαμβανομένου του λαρυγγικού οιδήματος, και της αναφυλαξίας. Τα πιο συχνά εμπλεκόμενα τρόφιμα που μπορούν να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το αυγό, τα φιστίκια και οι ξηροί καρποί, σόγια, ψάρια και οστρακοειδή. Η αλλεργία στο γάλα και το αυγό εμφανίζεται και ξεπερνιέται κατά τη παιδική ηλικία, ενώ στα φιστίκια και στους ξηρούς καρπούς μπορεί να εμφανιστεί στη παιδική ηλικία είτε στην ενηλικίωση , ενώ είναι λιγότερο πιθανό να ξεπεραστεί και τείνει να προκαλεί πιο σοβαρές αντιδράσεις. Η αλλεργία στα τρόφιμα αποτελεί ζήτημα δημόσια υγείας και να προκαλέσει απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις. Σύμφωνα με δεδομένα αυτοαναφοράς (2007-2010) από την ερευνά εθνικής υγείας και διατροφής (NHANES), η συχνότητα αλλεργίας στα τρόφιμα ήταν 8,96%, με συχνότητα 9,72% στους ενήλικες και 6,53% στα παιδιά.
Η διαγνωστικη προσέγγιση για διάγνωση της τροφικής αλλεργίας περιλαμβάνει την καταγραφή ενός πλήρους ιατρικού ιστορικού και φυσική εξέταση. Το ιατρικό ιστορικό θα εξερευνήσει τη πιθανή τροφή της αιτίας της αλλεργίας και τη ποσότητα που καταναλώθηκε, το μεσοδιάστημα απο την πέψη της τροφής μέχρι την εκδήλωση συμπτωμάτων, εάν η ύποπτη τροφή προκάλεσε παρόμοια συμπτωματα σε παρόμοιες περιπτώσεις, εάν άλλοι παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της κατανάλωσης αλκοόλ ή φαρμάκων, είναι απαραίτητοι για την πρόκληση των συμπτωμάτων, το χρονικό διάστημα απο την τελευταία αντίδραση, τα συμπτώματα που προκλήθηκαν απο την υπευθυνη τροφή και αν ο ασθενής πήρε κάποια αγωγή με αντισταμινικά ή κορτικοστεροειδή, και τέλος εάν ο ασθενής έχει κάποιες αλλεργίες. Κατά τη φυσική εξέτασηη, ο γιατρός θα πρέπει να προσέξει αντιδράσεις στο δέρμα, το γαστρεντερικό και αναπνευστικό σύστημα καθώς είναι εκείνα τα άμεσα εμπλεκόμενα στις τροφικές αλλεργίες.
Τα διαγνωστικά τέστ για τη τροφική αλλεργία περιλαμβάνουν δύο στάδια:
- Τη δερματική δοκιμασία νυγμού, κατά την οποία εφαρμόζονται εκχυλίσματα αλλεργιογόνων (τροφών) στο δέρμα και κατόπιν γίνεται ήπιο τσίμπημα (νυγμός). Το αποτέλεσμα αξιολογείται μετά απο 15 λεπτά και ένα θετικό τέστ εμφανίζει τοπίκή ερυθρότητα και κνησμό. Στη συνέχεια πραγματοποιείται και η μέτρηση της ανοσοσφαιρίνης IgE στο αίμα.
- Στο δέυτερο στάδιο εφαρμόζεται η δίαιτα αποκλεισμού, με στόχο την εξάλειψη των συμπτωμάτων και την επιβεβαίωση της διάγνωσης .
Τροφική δυσανεξία, τι είναι και πως διαγιγνώσκεται
Σε αντίθεση με τις τροφικές αλλεργίες που επειρεάζουν το 1-2% των ενηλίκων και λιγότερο απο 10% στα παιδιά, η τροφική δυσανεξία εκτιμάται ότι επηρεάζει το 20% του πληθυσμού. Η τροφική δυσανεξία δεν σχετίζεται με ανοσολογική αντίδραση, αντίθετα φαίνεται να ακολουθεί ένα δοσο-εξαρτωμενο μοτίβο όπου οι μικρές ποσότητες τροφής είναι ανεκτές από τον οργανισμό ενώ μεγαλύτερες ποσότητες μπορούν να οδηγήσουν σε δυσφοριτικά συμπτώματα όπως κοιλιακό άλγος, πρήξιμο, και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου. Παρόλου που γενικά η τροφική δυσανεξία είναι ερκετά συχνή παγκοσμίως, η διάγνωση της δεν είναι ξεκάθαρη και απαιτεί βαθιά κατανόηση του φαινοτύπου του ασθενούς συμπεριλαμβανομένης της σοβαρότητας και το χρόνο έναρξης των συμπτωμάτων. Οι πιο κοινοί αιτίες τροφικής δυσανεξίας είναι η λακτόζη, η γλουτένη, και η ισταμίνη.
Η διάγνωση της τροφικής δυσανεξίας περιλαμβάνει:
- Το τέστ υδρογόνου αναπνοής, κατά τη διάρκεια του τεστ ο σθενής πίνει ένα υγρό που περιέχει λακτόζη, και στη συνέχεια αναπνέει μέσα σε δοχείο που με μοιάζει με μπαλόνι κάθε 30 λεπτά για μερικές ώρες. Εάν ο ασθενής εμφανίζει δυσανεξία στη λακτόζη, τα επίπεδα υδρογόνου στην αναπνοή θα αυξηθούν.
- Δίαιτα απολεισμού ορισμένων τροφών για μερικές εβδομάδες. Αν σε αυτό το διάστημα ο ασθενής δεν εμφανίζει συμπτώματα, και μετά όταν καταναλώσει την ύποπτη τροφή τα συμπτώματα εμφανιστούν ξανά, αυτό υποδηλώνει τροφική δυσανεξία.
Ο ρόλος του διαιτολόγου
Και στις δύο περιπτώσεις ο διαιτολόγος θα πρέπει να εκπαιδεύσει και να συζητήσει με τον ασθενή κάποια σημαντικά σημεία έτσι ωστε να δημιουργηθεί ένα επαρκές σχέδιο διατροφικής διαχείρισης. Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να εκπαιδεύσει τον ασθενή σχετικά με την ανάγνωση των ετικετών στα τρόφιμα, την ασφαλή διατροφή σε εστιατόρια, πιθανές κρυφές πηγές αλλεργιογόνων, και για τα πρώιμα συμπτώματα σοβαρών αντιδράσεων. Επίσης απαιτείται να δώσει συμβουλές για σχολικά γεύματα, την φροντίδα ημερήσιας απασχόλησης, κοινωνικές εκδηλώσεις και άλλες κοινωνικές περιστάσεις. Θα πρέπει να φτιάξει διατροφικό πλάνο γευμάτων αποφυγής των επιβλαβών τροφών αλλά παράληλα να προτείνει εναλακτικές τροφές και συμπληρώματα για μια ισοροπημένη διατροφή. Τέλος, οι διαιτολόγοι πρέπει να παρέχουν μακροπρόθεσμη υποστήριξη, παρακολούθηση, και προσαρμογή του διατροφικού πλάνου κατά περιπτώσεις.